Φυσάει σήμερα πολύ. Οι γρύλλιες των παραθύρων σφυρίζουν, φύλλα ξεραμένα πετούν σε κυκλικούς χορούς, τα πάντα βρίσκονται σε κίνηση υποταγμένα στην ορμή του ανέμου.

 

 

Τα μάτια της είναι ακίνητα.

Καρφωμένα στο τζάμι, μοιάζουν να κοιτούν το κενό. Υπάρχει ζωή εκεί έξω. Άνθρωποι που περπατούν σκυφτοί, με το χέρι στο ύψος του προσώπου για να προστατευθούν από τη σκόνη. Κι είναι όλοι τους τόσο πολύ βιαστικοί. Άλλοι τρέχουν για δουλειές, άλλοι αγχώνονται απλώς από άποψη. Ζευγάρια, χέρι – χέρι ψάχνουν για κάποιο ασφαλές σημείο, ίσως κάποιο καφέ, μπορεί την ζεστασιά του σπιτιού τους, κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω.

Υπάρχει κίνηση κι αέρας δυνατός.

Εκεί έξω, υπάρχει ζωή.

Κοιτάζει τα πάντα να περνούν κι απορεί πως πέρασε κι ο χρόνος της. Φέρνει το χέρι στο στήθος. Μαργαριτάρια. Περνάει το δάχτυλο πάνω απ το κολιέ και τα μετράει ένα – ένα ξανά και ξανά. Είκοσι τρία. Ένα για κάθε χρόνο που ο άντρας της εγκατέλειψε τον κόσμο. Ένα για κάθε χρόνο που έχει να βγει από το σπίτι. Ένα. Για κάθε τριακόσια εξήντα πέντε απογεύματα που έχει περάσει καθισμένη πίσω από το ίδιο καταραμένο παράθυρο, ντυμένη με το καλό της φόρεμα, βαμμένη και στολισμένη κι όμορφη, παρατηρώντας τη ζωή που υπάρχει εκεί έξω. Προσπαθώντας να θυμηθεί πως ήταν τότε που ήταν κι εκείνη μέρος αυτής της ζωής.

Το μόνο που θυμάται είναι η φωτιά.

Ο ήχος της καθώς κατάπινε το σπίτι, η ζέστη, ο καπνός, ο βήχας και η ασφυξία και ο Νίκος της. Ο Νίκος που την είχε καλύψει με το σώμα του και την είχε βγάλει στο δρόμο πρωτού πέσει στην άσφαλτο σφαδάζοντας από τον πόνο, ουρλιάζοντας τυλιγμένος από τις φλόγες. Τον έβλεπε να καίγεται ζωντανός και δεν μπορούσε να τον πλησιάσει – οι καπνοί τις είχαν κόψει την ανάσα και δεν μπορούσε καν να σηκωθεί. Μόνο να κάθεται πεσμένη εκεί χάμω, στην ρημαδιασμένη την άσφαλτο μπορούσε. Βλέποντας την φλόγα να φουντώνει και τη ζωή του άντρα της να τρεμοσβήνει.

Οι γρύλλιες σφυρίζουν απ’ τον άνεμο και να που προστίθεται στην εξίσωση και το νερό. Λίγες χοντρές στάλες πέφτουν τώρα πάνω στο τζάμι. Μπαμ. Μπαμ. Μπαμ. Κάθε σταγόνα ένας κρότος. Τα βαμμένα κόκκινα χείλη της Σοφίας σφίγγονται. Κάθε σταγόνα ένας πυροβολισμός βαθιά μέσα της, μα για πρώτη φορά εδώ και χρόνια τα μάτια της δεν είναι πια στεγνά. Για πρώτη φορά, κάτι ζωντανεύει μέσα στο νεκρό εξηντατριάχρονο κουφάρι. Μπορεί να κλάψει επιτέλους και ναι, κλαίει με την καρδιά της. Η βροχή δυναμώνει, μαζί της και τα αναφυλητά. Και τα χείλη δεν είναι σφιγμένα πια. Παραμόρφωμένο από το κλάμα, τσακισμένο απ’ το χρόνο, το πρόσωπο της Σοφίας λάμπει. Σχεδόν σαν να χαμογελά.

Σηκώνεται από την καρέκλα και βγαίνει έξω. Στον αέρα, στη βροχή. Στον κόσμο.

Μετά από εικοσιτρία χρόνια στο παράθυρο, η Σοφία περπατάει πια με δυσκολία, μα βγαίνει έξω.

Στον κόσμο. Στον αέρα. Στην βροχή.

Υπάρχει ζωή εκεί έξω.

Ίσως να υπάρχει και μέσα της ζωή.

 Τέλος

Γράψε μου, μου λες. Είναι τώρα εντολές αυτές; Άκου εκεί πράγματα…. Γράψε. Μα τι είμαι; Γραφομηχανή;

Δεν σου έγραφα χθες βράδυ, είχες δίκιο τελικά. Βλέπεις ακόμα δεν έχω αποφασίσει ποιά ώρα της μέρας με βολεύει να γράφω. Πάντως σίγουρα κατά παραγγελία δε γίνεται. Έρχεται μόνο του όταν είναι να έρθει. Εγώ δεν έχω καμα συμμετοχή, καμία ανάμειξη σ´ αυτή τη διαδικασία. Είμαι καθώς πρέπει παλικάρι εγώ. Δεν κάνω μαλακίες. Δεν κάνω καν κακές παρέες. Τουλάχιστον όχι πια.

Παρένθεσης αρχή: Αλήθεια, το ξέρεις ότι για ολόκληρα χρόνια και μέχρι πριν από λίγους μήνες δεν χαμογελούσα ποτέ; Στην οικογένειά μου, το να χαμογελάς και ακόμη χειρότερα το να τολμήσεις να γελάσεις όσο ήσουν παιδί, ανταμοιβόταν με ξύλο. Λογικό. Η ευτυχία δεν είναι σε όλα τα σπιτικά καλοδεχούμενη. Παρενθέσεως τέλος. Συνεχίζουμε. Που είχαμε μείνει;

Ά ναι. Κακές παρέες. Ήμουν κάποτε κακή παρέα κι εγώ ο ίδιος ξέρεις. Η χειρότερη. Αμιγώς σαρκαστικός, με κύριο ρόλο να τριγυρνώ εκεί έξω και να προσβάλλω ανθρώπους. Το 95% όσων με γνώριζαν, έφευγαν βρίζοντας ή κλαίγοντας. Αυτό το πράγμα… Αυτή η αίσθηση… Έιναι υποθέτω μιας μορφής εξουσία πάνω στους άλλους. Εξουσιάζεις τη διάθεση τους, έστω και με τρόπο αρνητικό. Χρησιμοποιείς το χιούμορ βέβαια, αλλά το κάνεις για να χτυπήσεις ευαίσθητες χορδές. Αχίλλειους πτέρνες.

Βλέπεις, όταν ένας μηχανικός (πολιτικός κατά προτίμηση) που είναι πολλά χρόνια στο λεγόμενο «κουρμπέτι», σταθεί μπροστά σ´ ένα κτίριο και συ τον δεις από μακριά, δεν είναι παρά ένα μυρμήγκι μπροστά σ´ ένα τέρας. Μα όσο θηριώδες και να φαντάζει το κτίριο μ´ όλους του τους ορόφους και τα τσιμέντα και τα σίδερα ξεδιπλωμένα μπροστά σ´ αυτόν τον ελάχιστο ανθρωπάκο, ο μηχανικός δεν χρειάζεται παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα για να εντοπίσει δυο τρία σημεία στα οποία αν τοποθετήσει κάποια ήπια εκρηκτικά, το γιγαντιαίο κατασκεύασμα θα γκρεμιστεί συθέμελα, και μάλιστα προς τα μέσα, έτσι ώστε ο ίδιος, στεκόμενος απ´ έξω να μην κινδυνέψει στο ελάχιστο.
Μα ναι σου λέω, ναι. Δυο τρεις μικρές κι αθώες εκρηξούλες είναι συνήθως το μόνο που χρειάζεται για να προκληθεί μια μεγαλειώδης, θανάσιμη ενδόρρηξη.

Ε, λοιπόν αυτό έκανα κι εγώ παλιότερα με τους ανθρώπους. Ναι ήμουν κακός, αλλά ήμουν τόσο πολύ καλός σ´ αυτό. Οι άνθρωποι ήταν πάντα ανοιχτά βιβλία και μάλιστα απ´ τα εύκολα. Τα εικονογραφημένα. Αρκούσαν πέντε με δέκα δευτερόλεπτα γνωριμίας για να βρω τα σημεία που θα μπορούσαν να διαλύσουν κάποιον. Κι έπειτα με μικρά, μικρά σπρωξιματάκια με το δάχτυλο τον ωθούσα στα όριά του και λιγάκι παραπέρα, ίσα ίσα όσο χρειαζόταν για να καταλάβει τι θα μπορούσα να κάνω εαν χρησιμοποιούσα ολόκληρο το χέρι μου.

Δεν είμαι έτσι πια, κι αυτό άλλαξε πρόσφατα. Μετά τον Γενάρη. Δεν ξέρω τους ακριβείς λόγους που με έκαναν να περάσω τουλάχιστον είκοσι χρόνια από τη ζωή μου μ´ αυτόν τον τρόπο, αλλά δεν με απασχολούν κιόλας. Η κυριότερη και ίσως δυσκολότερη επιλογή που έχω κάνει, είναι ότι θέλω να ζήσω «επισκευάζοντας» ανθρώπους.

Υποθέτω ότι κι αυτό λειτουργεί όπως τα υπόλοιπα. Αν θες να μάθεις να φτιάχνεις κάτι, πρέπει να το κάνεις βίδες πρώτα. Να το σπάσεις ξανά και ξανά και να το διαλύσεις στα εξ’ ων συνετέθη, προκειμένου να καταλάβεις πως λειτουργεί. Και αφού σπάσεις πολλούς πολλούς ανθρώπους, μπορείς πια ελεύθερα να στραφείς στον εαυτό σου και να του επιτρέψεις να σπάσει, να διαλυθεί και γκρεμιστεί κι αυτός. Και εδώ είναι το μαγικό σημείο.

Εάν επιβιώσεις απο αυτό το τελευταίο -το προσωπικό σου γκρέμισμα- και εάν καταφέρεις να μαζέψεις τα κομμάτια σου και να σε ξαναχτίσεις από την αρχή, τότε ίσως και να είσαι έτοιμος να βοηθήσεις κάποιον άλλο.

Επιβίωσα. Βγήκα απ´ τα γκρεμίδια. Μάζεψα ένα ένα, πάσης φύσεως υλικά. Με
ξαναέχτισα, και μετά φρόντισα να ξεχάσω το πώς ακριβώς το έκανα, γιατί αυτό το τελευταίο είναι, ίσως το σημαντικότερο απ´ όλα.

Και τώρα;

Τώρα αναπνέω βαθύτερα, γεύομαι εντονότερα, οσφραίνομαι καλύτερα και χαμογελάω.

Ω ναι, χαμογελάω και μάλιστα συχνά. Και το ομορφότερο όλων είναι πως όσο πιο συχνά χαμογελάω τόσο περισσότεροι λόγοι εμφανίζονται για να είμαι χαμογελαστός.

Καλή σου μέρα, καινούριε μου λόγε.

Να έχεις ένα υπέροχο πρωί.

   Δευτέρα πρωί. Οκτώ και τέταρτο. Με μηχανικές κινήσεις εξοπλίζομαι με το τελευταίο μου καλό, καθαρό πουκάμισο. Πάλι δεν έβαλα πλυντήριο το σαββατοκύριακο. Σε κάθε χτύπημα του δευτερολεπτοδείκτη κλείνει άλλο ένα κουμπί. Τικ τακ, τικ τακ, τικ και τακ και… Έτοιμος.

Καθρέφτης. Πλύσιμο δοντιών, ξύρισμα, χαμόγελο, μαλλί ελαφρώς αραιωμένο μα άρτια χτενισμένο, ίσιος γιακάς, όλα καλά. Μπουφάν, τσάντα στο χέρι, ακουστικά στα αυτιά, και βρίσκομαι στο ασανσέρ. Οκτώ και εικοσιπέντε είμαι στον δρόμο.

Καλημέρα Αθήνα. Καλή βδομάδα να ‘χουμε.

Μέρα με τη μέρα, την μία εβδομάδα μετά την άλλη, το ίδιο γνώριμο πλέον τροπάριο. Παίρνω τους δρόμους και ψάχνω για δουλειά. Έχοντας οργανώσει από το απόγευμα της προηγούμενης όλες τις μεγάλες κλινικές ανάλογα με την τοποθεσία τους, περνάω και αφήνω φωτοτυπίες του βιογραφικού μου σημειώματος. Τα λόγια αλλάζουν αλλά η ουσία της απάντησης είναι σχεδόν πάντα η ίδια.

«Ψυχολόγος; Προϋπηρεσία έχετε; Δύο χρόνια εθελοντικής εργασίας, έ; Αλλά ουσιαστικά δεν έχετε δουλέψει ποτέ. Ναι, βέβαια… Και ο εθελοντισμός εργασία είναι, δεν αντιλέω»
Κάπου εδώ, συνήθως προσπαθούν να κρύψουν ένα μειδίαμα πριν συνεχίσουν.

«Κοιτάξτε να δείτε. Αυτόν τον καιρό έχουμε κάποιους και δεν ψάχνουμε άλλους. Ναι, βέβαια συμπληρώστε μια αίτηση και θα σας ενημερώσουμε εάν αδειάσει κάτι. Παρεμπιπτόντως, συστάσεις έχετε; Α όχι, όχι. Δε μας κάνουν οι προηγούμενοι εργοδότες. Εννοούμε εδώ. Μέσα από το νοσοκομείο. Κάποιον γνωστό; Κάποιον συγγενή; Εντάξει, εντάξει δεν πειράζει, πάρτε μια καρτούλα και θα επικοινωνήσουμε εμείς μαζί σας.»

Δεν επικοινωνούν. Ποτέ και για κανένα λόγο. Που πας χωρίς συστάσεις από τα ενδότερα ρε μεγάλε;

Τελειώνω κατά τις τρεις κουρασμένος, ιδρωμένος, αποκαρδιωμένος και ταπεινωμένος κάθε φορά με νέους τρόπους που δεν είχα φανταστεί ότι υπάρχουν.. Φουλ εφτάωρο με λίγα λόγια.

Η αναζήτηση έχει ξεκινήσει συνήθως από κάποιο προάστιο και καταλήγει κάπου κεντρικά. Αφού φάω και την τελευταία πόρτα στα μούτρα, ανάβω το προτελευταίο τσιγάρο του πρώτου πακέτου της ημέρας. Καπνίζω πάντα στο δρόμο και καπνίζω πολύ. Κάνει το περπάτημα λιγότερο βαρετό.

Κατηφορίζοντας στην Ερμού, κόσμος με προσεγγίζει και προσπαθεί να μου μιλήσει. Θυμάμαι παλιότερα που ονειρευόμουν πως θα ´μαι μια μέρα διάσημος στον τομέα μου, και θα με σταματούν άγνωστοι στο δρόμο για να με γνωρίσουν. Περνούσα ώρες φαντασιωνόμενος τι θα με ρωτούσαν και ποιές θα ήταν οι απαντήσεις μου.

Αυτό ακριβώς είναι το νόημα των φαντασίωσεων. Οτι παραμένουν στην φαντασία μας. Συνήθως, σε ένα αμυδρό 98 τα εκατό των περιπτώσεων, τα πράγματα εξελίσσονται κάπως εντελώς διαφορετικά απ´ ότι τα φαντασιωνόμαστε.

Δε με ξέρει η μάνα μου, και δεν μπορώ να φανταστώ ούτε μισό λόγο για τον οποίο θα ήθελε κάποιος να με γνωρίσει. Ο κόσμος που με πλησιάζει ζητάει λεφτά. Για να πάρει, ένα σάντουιτς, για ένα πακέτο τσιγάρα, για τους άπορους, για την Greenpeace και την WWF (πληρώνουν στ´ αλήθεια νοίκι τα κόαλα; Είναι ακριβά τα ρετιρέ των αυστραλέζικων δέντρων έ; Καταλαβαίνω…), για ότι σκατά χωράει το ήδη κουρασμένο κεφάλι μου.

Μέσα στα τελευταία εκατό μέτρα έχω ήδη πει γύρω στα εφτά όχι.

Ο όγδοος που με πλησίαζει θέλει ένα ευρώ για να πάρει ένα τσάι, κ εγώ είμαι ήδη κουρασμένος, μουρμουρίζω κάτι για τους βρετανούς, τις οικονομικές τους διεισδύσεις που μας έριξαν στην κρίση, τα τσάγια τους και τις ανάποδες λωρίδες και τις ψυχρές τους γκόμενες που ειναι σαν ανάποδα γαμώτο, μα εκείνος επιμένει.Με παίρνει από πίσω και με παρακαλάει ξανά και ξανά και κάπου εδω είναι το σημείο στο οποίο σταματάω και κάνω μεταβολή για να τον αντικρύσω κατάματα.

«Είμαι άνεργος, ρε γαμημένε! Άνεργος ρε κάθαρμα, το καταλαβαίνεις; Α-ΝΕ-ΡΓΟΣ».

Oυρλιάζω με όλη μου τη δύναμη, κι αυτός πισωπατάει, με κοιτάζει με ένα μείγμα φόβου και συμπόνοιας, και υπό κανονικές συνθήκες θα αισθανόμουν άσχημα που φέρθηκα έτσι, μα τώρα με κατακλύζει ένα κύμα ενέργειας, λυτρωτικό. Το μυαλό μου τρέχει σε κάτι αμερικάνικες ομάδες αυτοβοήθειας που ανεβάζουν τον κόσμο στις ταράτσες και τον βάζουν να φωνάξει το πρόβλημά του στο κενό.

«Είμαι αλκοολικός, είμαι νυμφομανής, είμαι άντρας», τα προβλήματα ποικίλλουν. Φαίνεται πως όταν φωνάζεις αυτό που σε τρώει και σε καταστρέφει, κατά κάποιο τρόπο το ξορκίζεις, το συνειδητοποιείς, το μειώνεις και το αποδέχεσαι ταυτόχρονα. Τελικά δουλεύει. Μυστήριο, μα άκρως ανακουφιστικό.

Εμφανώς ξαλαφρωμένος, συνεχίζω να κατηφορίζω. Λίγη ώρα αργότερα φτάνω στην καφετέρια. Δεν έχω μπει ποτέ στον κόπο να κοιτάξω το όνομά της, μα πάω εκεί καθημερινά τελειώνοντας την ημερήσια αναζήτηση.

Περνάω την πόρτα και όλα τα κεφάλια του μαγαζιού στρέφονται στιγμιαία προς το μέρος μου. Πολλά βλέμματα, όλα τους σκεπτικά. Ουτέ ένα χαμόγελο. Κοιτάζω προς το τραπέζι στο βάθος. Ο Νίκος είναι ήδη εκεί. Ωραία. Καθώς πηγαίνω προς το μέρος του, οι υπόλοιποι γυρίζουν και συνεχίζουν τις κουβέντες τους. Η Χριστίνα πίσω από το μπαρ έχει ήδη αρχίσει να ετοιμάζει ένα φραπέ. Γλυκό με γάλα.

«Πώς πήγε σήμερα;»

«Πλάκα μου κάνεις ρε Νίκο; Πώς περίμενες να πάει δηλαδή; Τα ίδια.»

Ο Νίκος χαμηλώνει το βλέμμα. Τυπική, μα χαζή ερώτηση και το ξέρει. Αν είχε πάει καλα δε θα βρισκόμουν εκεί.

«Κοίτα να δεις, εγώ έχω κουραστεί πια.»

«Όλοι έχουμε κουραστεί. Δεν είναι λες και έχουμε πολλές επιλογές¨

«Γιώργο, εγώ τη λύση μου την βρήκα. Και μπορεί να καταφέρω να φτιάξω κι εσένα»

Οι παλμοί μου ανεβαίνουν ακαριαία. Τα αρνητικά του να είσαι ψυχολόγος υποθέτω. Κάθε φορά που κάποιος σε κοιτάζει μ´ αυτό το βλέμμα και σου λέει ότι βρήκε τη λύση, το μυαλό σου πάει στην αυτοκτονία.

«Για πες»

Σκύβει το κεφάλι του προς το μέρος μου. Μιλάει τόσο σιγά που δεν ακούω τίποτα. Διαβάζω τα χείλη του για να τον καταλάβω.

«Θα μπω σε Στοά»

«Ώπα ρε Μετροπόντικα!»

Σαρκασμός. H βασικότερη των αμυνών μας. Τελευταία τη χρησιμοποιούμε ολοένα και συχνότερα.

«Σοβαρά σου μιλάω ρε μαλάκα. Θα γίνω Μασώνος»

Ξέρω ότι το εννοεί. Το ήξερα εξ αρχής, απλως δεν ήθελα να το δεχτώ. Τα σημεία στα οποία είμαστε πλέον διατεθειμένοι να φτάσουμε με τρομάζουν.

«Μην ανησυχείς, κάτι θα γίνει από κει και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε και με σένα. Θα την βρούμε την άκρη», συνεχίζει, μα εγώ βρίσκομαι πλέον αλλού.

Κοιτάζω τα τραπέζια τριγύρω. Κάποιοι πίνουν καφέ, κάποιοι έχουν αρχίσει από τώρα με τα τσίπουρα και τους μεζέδες. Για άλλη μια μέρα είμαστε όλοι εδώ. Η Μυρτώ. Απόφοιτος καλών τεχνών, πληρώνει το νοίκι της πουλώντας κοσμήματα και ζωγραφιές. Η Έλενα, νηπιαγωγός που προσπαθεί να διοργανώσει παραστάσεις κουκλοθέατρου. Η Αθηνά τελείωσε οικονομικά μα της αρέσει το γράψιμο. Γράφει εθελοντικά για free press και παίρνει λεφτά για τσιγάρα από τους γονείς της. Η Μάνια είναι απόφοιτος πολυτεχνείου μα ζει παίζοντας μουσική τα βράδια σε μπαρ. Ο Μάνος σπούδασε κοινωνιολογία. Τώρα κολλάει αφίσσες για λογαρασμό του μεγάρου μουσικής και βγάζει τέσσερα ευρώ την ώρα. H Χριστίνα που μας σερβίρει είναι κι αυτή απόφοιτος ψυχολογίας. Αναρωτιέται μήπως έκανε λάθος επιλογή. Καλύτερα καλή, έστω και ανασφάλιστη σερβιτόρα παρά κακή και άνεργη ψυχολόγος, καταλήγει και χαμογελάει καθώς εξυπηρετεί ένα τραπέζι στο βάθος που κρυφοκοιτάει μέσα στο ντεκολτέ της. Τιπς. Τα τιπς είναι καλά.

Κι οι υπόλοιποι εδώ είναι. Ο Γιώργος, ο Κώστας, η Έλλη, όλοι τους. Δυστυχώς για άλλη μια μέρα δεν λείπει κανείς. Μπορεί να καθόμαστε σε διαφορετικά τραπέζια, μα είμαστε όλοι μία παρέα.

Είμαστε μια συγκεκριμένη μερίδα χθεσινών φοιτητών. Αυτοί που δεν πήραν πτυχίο με εννιάμησι, μα με έξι. Αυτοί που διάβαζαν όσο χρειαζόταν και όχι λιγότερο, μα μήτε παραπάνω. Αυτοί που φρόντιζαν να επενδύουν τον ελεύθερό τους χρόνο σε ενδιαφέροντα που θα μας πήγαιναν μπροστά και στον τομέα μας, αλλά και σαν ανθρώπους. Τέχνες, πολιτισμός, άλλες επιστήμες. Τέτοια πράγματα. Είμαστε αυτοί που δεν ήταν όλη την ώρα πάνω από ένα βιβλίο ούτε έβαφαν πανό και πλακαρ ως δάκτυλοι κομματικών παρατάξεων. Αυτοί που έκαναν παρέα με αυτούς που γούσταραν, και όχι μ´ αυτούς που θα τους φαίνονταν χρήσιμοι στο μέλλον. Αυτοί που έμειναν στην απ´ έξω γιατί δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα κανενός.

Σήμερα, όλοι εμείς μαζί αποτελούμε, χωρίς να το έχουμε αντιληφθεί, μία ομάδα. Μια άτυπη «Λέσχη Ανέργων» που συναντιέται καθημερινά στην συγκεκριμένη καφετέρια. Μαζευόμαστε γύρω στις τρεις, την ώρα που κλείνουν οι δομές και τα γραφεία προσωπικού των εταιριών που μας απορρίπτουν. Γνωριζόμαστε πλέον όλοι μεταξύ μας, και η αλήθεια είναι πως είμαστε καλοί. Οι καλύτεροι στον τομέα μας.

Είμαστε μία ομάδα επίλεκτων επιστημόνων. Ειδικά εκπαιδευμένοι να προσφέρουμε υπηρεσίες υψηλής ποιότητος, που δεν τις χρειάζεται κανείς.

Τα βράδια βρισκόμαστε ανά δύο σε σπίτια και πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο σαν σκυλιά. Πηδιόμαστε ξανά και ξανά μεταξύ μας, ανεξαρτήτος φύλου και ηλικίας προσπαθόντας να νιώσουμε κάτι. Οτιδήποτε θα μπορούσε να μας κάνει να αισθανθούμε ζωντανοί. Και τα μεσημέρια;

Κάθε μέρα, κάθε μεσημέρι, ένας ένας περνάμε την πόρτα. Αν μία στις τόσες κάποιος δε φανεί, αν κάποια καρέκλα μείνει άδεια, συμπεριφερόμαστε σαν έγκλειστοι ψυχιατρικού ιδρύματος. Υποθέτουμε πως βρήκε δουλεία και πως δεν θα τον συναντήσουμε πια. Του ευχόμαστε νοερά καλή τύχη στον έξω κόσμο, γιορτάζουμε που τον χάσαμε γιατί σημαίνει πως ξέφυγε και θ´ αρχίσει επιτέλους να ζει. Πίνουμε στην υγειά του και παίρνουμε δύναμη. Αφού τα κατάφερε αυτός, μπορούμε ίσως κάποια μέρα κι εμείς.

Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ένα παλικάρι. Δε πρέπει να είναι πάνω από 25 χρονών, είναι στην ηλικία μας περίπου, μα δεν είναι ένας από μας. Φοράει κουρέλια, είναι βρώμικος κι αξύριστος και το πρόσωπό του είναι χαραγμένο από ρυτίδες.

Πλησιάζει τα τραπέζια, τα παίρνει με τη σειρά, μα οι περισσότεροι δε γυρίζουν καν να τον κοιτάξουν. Φτάνει στο δικό μας.

«Παιδιά μήπως σας περισσεύει κάτι;»

Ζητιάνος. Δεν απαντάμε.

«Οτιδήποτε ρε παιδιά, σας παρακαλώ. Μη με αγνοείτε, μιλήστε μου τουλάχιστον»

Ο θυμός με κυριεύει και πάλι. Αυτός ο τύπος είναι στην ηλικία μας. Είναι αρτιμελής. Φαίνεται υγειέστατος. Με ποιό δικαίωμα δεν περνάει κι αυτός το δικό μας λούκι; Γιατί είναι εδώ και παρακαλάει να του χαρίσουμε λεφτά, αντί να τα κυνηγάει εκεί έξω όπως όλοι μας;

Βάζω το χέρι στην κωλότσεπη και τραβάω το πορτοφόλι. Απότομα. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω τραβήξει όπλο. Στην διαφανή θέση που έχει για την ταυτότητα, έχουμε όλοι μας εδώ και καιρό την κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ. Αυτή είναι η ταυτότητά μας τώρα. Λέει όλα όσα χρειάζεται να ξέρει κάποιος για μας. Την βγάζω έξω. Αυτή τη φορά θα του την τρίψω στα μούτρα.

Με το που την αντικρύζει βάζει τα γέλια.

«Έχεις κι εσύ τέτοια, ε;», μου λέει. «Κάτσε να σου δείξω τη δικιά μου»

Τραβάει από το μπουφάν του μια κάρτα. Είναι χιλιοτσαλακωμένη όπως όλα τα υπόλοιπα πάνω του. Μου δείχνει την πλευρά με τις ανανεώσεις. Θεέ μου!

Στην λέσχη ανέργων έχουμε πάψει να μετράμε την ηλικία μας χρονολογικά. Την μετράμε με τις ανανεώσεις της κάρτας. Γεννηθήκαμε όλοι τη μέρα που αρχίσαμε να αποτελούμε βάρος για την κοινωνία μας. Κάθε τρίμηνο που περνάει από αυτή τη μέρα, περνάει από πάνω μας βαρύ σαν δεκαετία. Ο Νίκος έχει τρεις ανανεώσεις. Είναι τριαντάρης. Η Μάνια είναι σαράντα. Εγώ μόλις είκοσι. Αλλά αυτό το παλικάρι… Θεέ μου, αυτό το παλικάρι είναι ογδόντα χρονών!

Τον κοιτάζω ξανά, αυτή τη φορά στα μάτια, και τώρα μπορώ πλέον να διακρίνω την απόγνωση και την παραίτηση στο βλέμμα του. Την πίκρα στο χαμόγελό του. Είναι ένας από μας. Ήταν ένας από μας πριν απ´ όλους μας.

Κρύβω την κάρτα μου, αηδιασμένος με όσα σκεφτόμουν λίγα λεπτά πριν. Πως μπόρεσα; Ρίχνω μια γρήγορη ματία στο πορτοφόλι μου. Τέσσερα ευρώ όλα κι όλα. Δυόμισι για τον καφέ, ένα σαράντα για το μετρό της επιστροφής. Περισσεύουν δέκα λεπτά. Τι σκατά να σου κάνουν δέκα λεπτά;

Μετράω ενάμισι ευρώ σε φραγκοδίφραγκα. Του τα βάζω στην χούφτα και ταυτόχρονα σφίγγω την παλάμη του. Θέλω να νιώσει ότι τον καταλαβαίνω.
Πληρώνω και τον καφέ και μένω χωρίς φράγκο. Δε πειράζει, γιατί τον κοιτάζω και διακρίνω κάτι αγνό σ´ αυτό το χαμόγελο.

Είμαι είκοσι χρονών και είναι ογδόντα. Είμαι ξεκούραστος ενώ δίπλα μου άνθρωποι παραπέουν ψάχνοντας λόγους να συνεχίσουν να ζουν. Να πάει να γαμηθεί το μετρό. Η Αθήνα είναι όμορφη σήμερα κι ας βρέχει κι ας φυσάει.

Θα γυρίσω με τα πόδια.

                                                                                                                                                                                   Τέλος 

Όταν έγραφε, προτιμούσε το δωμάτιο να είναι σκοτεινό. Φωτιζόταν κυρίως από το φεγγάρι, την οθόνη του υπολογιστή και δυο τρία κεριά που χάριζαν στον χώρο ένα απαλό άρωμα βανίλιας.

Το γραφείο του Κώστα ήταν αρκετά ευρύχωρο, και η θέση που είχε (στον πάνω όροφο του σπιτιού, δίπλα στα υπνοδωμάτια), βοηθούσε στο να είναι απομονωμένο από τους θορύβους της καθημερινότητας. Εκτός από τον υπολογιστή του, υπήρχαν δύο βιβλιοθήκες από ξύλο κερασιάς με λογοτεχνικά βιβλία και σενάρια ταινιών, μία πολυθρόνα την οποία συνήθως χρησιμοποιούσε για να διαβάζει, και ένα κρεβάτι.

Ο Κώστας, δεν είχε σταματήσει να κοιμάται μαζί με την Έλενα, απεναντίας ο γάμος τους πήγαινε πολύ καλά, όμως κάποιες φορές που χρειάζονταν ένα μικρό διάλειμμα από το γράψιμο, ξάπλωνε εκεί, ώστε να συνεχίσει κατευθείαν μόλις σηκωνόταν. Αυτός ο χώρος ήταν το καταφύγιό του και τον μοιραζόταν μοναχά με την Μυρτώ. Δούλευε με την πόρτα παντα κλειστή, απομονωμένος απ όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα.

Μόλις κατάφερνε συγκεντρωθεί και να ξεφύγει από την πραγματικότητα, έμπαινε σε μία υπερβατική κατάσταση. Οι χαρακτήρες του άρχιζαν να αποκτούν σάρκα και οστά, τα μέρη και οι τοποθεσίες που γεννούσε η φαντασία του χάριζαν την οσμή τους στον χώρο, και τα σενάριά του κυλούσαν σαν ιστορίες που συνέβαιναν πραγματικά. Ο Κώστας απλώς καθόταν σε μία γωνίτσα έχοντας την αίσθηση ότι ακούει μία γυναικεία φωνή. Μια βαθειά σαγηνευτική φωνή που περιέγραφε τις κινήσεις των ηρώων του, ενώ εκείνος τις κατέγραφε πυρετωδώς σε ένα παλιό λάπτοπ. Αυτή τη φωνή πολλοί την αποκαλούν έμπνευση. Για τον Κώστα, αυτή η μελωδική χροιά που τον συντρόφευε και τον καθοδηγούσε στα ταξίδια του μυαλού του, ανήκε στην γυναίκα των ονείρων του.

Την έλεγαν Μυρτώ και είχε την μορφή νεράιδας. Μια ύπαρξη πανέμορφη, με ύψος μόλις δεκαπέντε εκατοστά, και φτερά πεταλούδας. Το πρόβλημα ήταν ότι τον τελευταίο καιρό, ο Κώστας δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να μπει σ’ αυτήν την κατάσταση.Τον τελευταίο καιρό η Μυρτώ τον επισκεπτόταν πιο σπάνια από ποτέ.

Κοίταξε τις σελίδες που είχε γράψει μέχρι στιγμής, και προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του. Να ξεχάσει ότι βρισκόταν κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και ότι στον κάτω όροφο η γυναίκα του ήταν βυθισμένη σε ένα βιβλίο. Ότι η κόρη του η Όλγα ήταν έξω με κάποιο αγόρι, και δεν είχε γυρίσει ακόμη. Μα αυτό που δεν τον άφηνε να ηρεμήσει ήταν η καταραμένη προθεσμία.

Το σενάριο έπρεπε να είναι έτοιμο αύριο. Για την ακρίβεια έπρεπε να έχει παραδοθεί χθες, αλλά κατάφερε με νύχια και με δόντια να πάρει μία παράταση δύο ημερών. Όταν έχεις φτάσει σε ένα επίπεδο όπου κάθε σου αργοπορία κοστίζει στην εταιρία παραγωγής σου αρκετές χιλιάδες Ευρώ, τα περιθώρια στενεύουν απειλητικά. Ο Τζέικ, ο πρωταγωνιστής του, είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Τώρα ο Κώστας έπρεπε να βρει μια λύση για το όλο θέμα, μέσα από μία δραματική κορύφωση. Θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αρχαιότερο τέχνασμα στην συγγραφή, την επίλυση μέσω κάποιου αντικειμένου που θα λειτουργούσε ως από μηχανής Θεός. Τα πράγματα θα γίνονταν εξαιρετικά εύκολα. Θα προσέθετε μία μικρή εμφάνιση αυτού του αντικείμενου κάπου στην αρχή του έργου, και πάνω που οι θεατές -αλλά και οι ίδιοι οι ήρωες -θα το είχαν ξεχάσει, αυτό θα εμφανιζόταν για να σώσει την κατάσταση. Αυτό όμως, ήταν η εύκολη λύση.

Ήταν κάτι που διαχώριζε τους εκατοντάδες απόφοιτους σχολών δημιουργικής γραφής που το μόνο που ήθελαν ήταν να προκαλούν επιφωνήματα θαυμασμού στο κοινό τους, από τους συγγραφείς που είχαν πράγματι κάτι να πουν. Οι εύκολες λύσεις. Προκαλούσαν στον Κώστα αηδία. Χρειαζόταν μια αληθινή κορύφωση. Έπρεπε να καταγράψει αυτό που πράγματι είχε συμβεί στην εν λόγω ιστορία. Χρειαζόταν τη φωνή που θα του έλεγε τι ακριβώς έκανε ο Τζέικ σε αυτό το σημείο. Ήξερε ότι θα μπορούσε να την ακούσει και τώρα όπως είχε συμβεί τόσες φορές στο παρελθόν. Αρκεί να κατάφερνε να συγκεντρωθεί

Ήταν αδύνατο. Οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο είχαν σχηματίσει ένα χαμόγελο που τον σάρκαζε. Δύο παρά δέκα. Κοίταξε το άδειο ποτήρι που είχε αφήσει στο γραφείο, και έδωσε στον εαυτό του μία προθεσμία μέχρι τις τρεις. Μετά θα αναγκαζόταν να το χρησιμοποιήσει.

Έγειρε πίσω στην καρέκλα, άναψε το πολλοστό τσιγάρο της βραδιάς και άφησε τα μάτια του να περιπλανηθούν στα αποκόμματα των εφημερίδων που κάλυπταν τον τοίχο μπροστά του. Τα περισσότερα ήταν απλά μονόστηλα και έτσι το βλέμμα του κόλλησε πάνω σε ένα που είχε την φωτογραφία του. Ήταν τόσο διαφορετικός εκεί που έμοιαζε με άλλο άνθρωπο. Χαμογελούσε και έδειχνε τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερος. Κοίταζε προς τα πάνω, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τον τίτλο του άρθρου. «Τον τίτλο του Σεναριογράφου της χρονιάς κερδίζει για δεύτερο συνεχόμενο έτος ο Κωνσταντίνος Αλεξίου».

Αφαιρέθηκε για λίγο σκεφτόμενος την εκδήλωση που είχε οργανωθεί προς τιμήν του τον περασμένο Μάρτιο, όταν είχε τραβηχτεί αυτή η φωτογραφία. Σε αντίθεση με τους ηθοποιούς ή τους σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι δεν απολαμβάνουν συχνά τα φώτα της δημοσιότητας και αυτό ήταν κάτι που το θεωρούσε ανέκαθεν άδικο. Λάτρευε τις στιγμές που ο κόσμος τον επιβράβευε για το έργο του και δεν ήταν ακόμη έτοιμος να παραδώσει τα ηνία του καλύτερου, σε κάποιον άλλο. Ήθελε τον τίτλο και φέτος.

Έσκυψε μπροστά, πέρασε το χέρι του μέσα από τα γκρίζα μαλλιά του και χάιδεψε απαλά το δέρμα του κεφαλιού του κοιτάζοντας την οθόνη.

«Έλα επιτέλους, εμφανίσου» , είπε. «Δεν βλέπεις ότι σε χρειάζομαι;».

Σε κάποιον τρίτο θα έμοιαζε σαν να μονολογεί, μα μίλαγε σε εκείνη και το ήξεραν και οι δυο τους πολύ καλά. Η μούσα του βρισκόταν εκεί, έκοβε βόλτες τριγύρω του και τον παρακολουθούσε από την στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στο δωμάτιο. Μέχρι στιγμής όμως, ο Κώστας δεν μπορούσε ούτε να την δει, ούτε να την ακούσει. Το άγχος που του προξενούσε η έλλειψη χρόνου, δεν της επέτρεπε να τον πλησιάσει. Και για να πούμε την αλήθεια, δεν την ενδιέφερε κιόλας.

Όταν ένας δημιουργός αγχώνεται παύει να είναι καλλιτέχνης. Δεν προσπαθεί να γράψει για τον εαυτό του, μα για τα μάτια τον άλλων. Θέλει να προλάβει τις προθεσμίες τους, να κερδίσει την εύνοιά τους. Φοβάται ότι αν γράψει για τον εαυτό του θα μείνει χωρίς κοινό, και καταλήγει να γράφει για το κοινό του μένοντας χωρίς εαυτό.

Η νεράιδα τέντωσε τα γυμνά της πόδια και τίναξε τα φτερά της με δύναμη. Πέταξε λίγο πιο πίσω και κάθισε στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης αηδιασμένη. Δεν είχε κανένα σκοπό να βοηθήσει τέτοιους ανθρώπους. Εκτός… Εκτός κι αν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το κόστος, σκέφτηκε, και τα γαλάζια της μάτια απέκτησαν προς στιγμήν μια αχνοκόκκινη λάμψη. Κοίταξε το ποτήρι του, και ένα μειδίαμα απλώθηκε στα χείλη της.

Η ώρα περνούσε και ο Κώστας καθόταν άπραγος. Έγραψε κάποιες σειρές και ύστερα από λίγο τις έσβησε με απογοήτευση. Δεν τα κατάφερνε και τόσο καλά χωρίς την βοήθειά της. Εδώ που τα λέμε κανείς δεν τα καταφέρνει. Οι δείκτες χαμογέλασαν για δεύτερη φορά, μα τώρα το χαμόγελό τους είχε γίνει πιο στραβό και πιο ειρωνικό. Κάπως σαν το δικό της.

Τρεις παρά πέντε. Η Μυρτώ αποφάσισε να τον φέρει αντιμέτωπο με το ερώτημα που ήξερε ότι τον φόβιζε περισσότερο απ’ όλα. Πέταξε γύρω από το κεφάλι του.

«Τι θα γίνει Κωστάκη;», του είπε, «Θα στείλεις την εταιρία στο διάολο και θα καθίσεις να τελειώσεις το έργο σου κάποια άλλη μέρα, χωρίς να τους σκέφτεσαι, ή θα το κάνουμε τώρα με τον τρόπο που ξέρεις;», και επέστρεψε στο ράφι της γνωρίζοντας ήδη ποια θα ήταν η σημερινή απάντηση.

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο λίγα λεπτά όταν ο Κώστας σηκώθηκε. Άνοιξε το ντουλάπι που βρισκόταν στη βάση της βιβλιοθήκης, έβγαλε ένα καινούριο μπουκάλι μπέρμπον και επέστρεψε στο γραφείο. Γέμισε το ποτήρι του, άναψε ένα τσιγάρο, και ήπιε διστακτικά μία γουλιά. Μόρφασε καθώς η έντονη γεύση του ποτού απλώθηκε στο στόμα του. Το ουίσκι, το τσίπουρο και η βότκα είναι από τα πιο μυστήρια υγρά, σκέφτηκε. Η πρώτη επαφή μαζί τους είναι πάντα επιθετική και σχεδόν ποτέ δεν προκαλεί ευχαρίστηση. Αυτά τα ποτά αρχίζουν να σου αρέσουν μετά τις πρώτες πέντε έξι γουλιές. Πρέπει να δώσεις στον εαυτό σου τον χρόνο να τα συνηθίσει πριν αρχίσει να γεύεται πραγματικά την γλύκα τους.

Βυθισμένος σ’ αυτές τις σκέψεις, ξαναγέμισε το ποτήρι του. Όταν το άδειασε και πάλι άρχισε να σκέφτεται τον Τζέικ. Τον Τζέικ που έπινε Τεκίλα σκέτη αντί για μπέρμπον. Συνέχισε να πίνει. Τον Τζέικ που όσο πέρναγε η ώρα άρχισε να ζωντανεύει ολοένα και περισσότερο μέσα στο μικρό δωμάτιο του πάνω ορόφου. Κατέβασε μία μεγάλη γουλιά. Τον Τζέικ, άλλη μία, που ξαφνικά άρχιζε να καταλαβαίνει, και μία ακόμη, πως θα κατάφερνε να ξεδιαλύνει τα πράγματα.

Η Μυρτώ έκρινε πως είχε έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Πλησίασε τον Κώστα και πήρε την γνωστή της θέση. Γονάτισε πάνω στον ώμο του, έφερε το στόμα της κοντά στο αυτί του, και άφησε την σαγήνη της φωνής της να γεμίσει το μυαλό του.

Ο χώρος γύρω από τον Κώστα άρχισε να θυμίζει εκπληκτικά το δικαστήριο του σεναρίου του, οι χτύποι του ρολογιού αντικαταστάθηκαν από την αίσθηση της σιωπής που επικρατούσε στην αίθουσα, και τα δάχτυλά του άρχισαν να χορεύουν πάνω στο πληκτρολόγιο καθώς ο Τζέικ ετοιμάζονταν επιτέλους για την τελική του αγόρευση.

Την επόμενη φορά που ο Κώστας τράβηξε τα μάτια του από την οθόνη, η ώρα ήταν πέντε το πρωί, και ο εκτυπωτής έφτυνε μία τελευταία σελίδα που είχε δύο παραγράφους ακολουθούμενες από την λέξη ΤΕΛΟΣ. Τα είχε καταφέρει. Μέσα σε δύο ώρες είχε γράψει δεκαπέντε κινηματογραφικά λεπτά, και μάλιστα τα είχε γράψει πάρα πολύ καλά. Έβαλε τις σημερινές σελίδες μαζί με τις υπόλοιπες, σε ένα φάκελο και έγραψε την διεύθυνση του παραγωγού. Κοίταξε το μπουκάλι το οποίο είχε ακόμη κάποια πολύτιμα αποθέματα αλκοόλ και αποφάσισε να πιεί ένα τελευταίο ποτήρι παρά την δυσφορία που είχε αρχίσει να νιώθει. Διάβολε, σκέφτηκε, θα μπορούσε να το γιορτάσει και να χαλαρώσει λιγάκι. Στο κάτω, κάτω τα είχε επιτέλους καταφέρει!

Οι επόμενες γουλιές του ποτού, προκάλεσαν στο σώμα του μία δυσφορία που ήταν κατά κάποιο τρόπο γνώριμη. Έσβησε το τελευταίο του τσιγάρο και σηκώθηκε με δυσκολία από την καρέκλα. Πήγε τρεκλίζοντας μέχρι το μπάνιο και προσπάθησε να κάνει εμετό για να βγάλει τα υγρά από το στομάχι του. Ήξερε ότι αυτό θα βοηθούσε με το θέμα της αναγούλας, αλλά για κάποιο λόγο δεν τα κατάφερνε. Σκέφτηκε να δημιουργήσει έναν σπασμό στο στομάχι του, βάζοντας τα δάχτυλά του βαθειά μέσα στο στόμα του, όμως δεν το έκανε. Αν το σώμα του είχε πραγματικά την ανάγκη να αποβάλει το ποτό, θα το έκανε με φυσιολογικές διαδικασίες.

Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τον δει η Έλενα σε αυτή την κατάσταση, και έτσι η ιδέα της κρεβατοκάμαρας απορρίφθηκε. Γύρισε στο γραφείο του και έπεσε στο μονό κρεβάτι με τα ρούχα. Λίγο πριν βυθιστεί στην λήθη του ύπνου άκουσε για μία τελευταία φορά την φωνή της.

«Τα κατάφερες πολύ όμορφα», του ψιθύρισε, «μα με έναν τρόπο που μας έχει κουράσει και τους δύο. Αντίο Κωνσταντίνε».

Αισθάνθηκε ένα στιγμιαίο ρίγος να τον παγώνει, μα ήταν πολύ εξαντλημένος για να σκεφτεί τις λέξεις που χόρευαν στο κεφάλι του. Έκλεισε τα μάτια του και ένιωσε να βυθίζεται σε μία σκοτεινή, ζέστη αγκαλιά.

Το μεθεπόμενο πρωί, στον καναπέ του καθιστικού του κάτω ορόφου, η Όλγα -η δεκαεξάχρονη κόρη του Κώστα -έκλαιγε γοερά στην αγκαλιά της μητέρας της. Η Έλενα της χάιδευε το κεφάλι, μα τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην εφημερίδα που ήταν ανοιγμένη πάνω στο μικρό ξύλινο τραπεζάκι. Δεν διάβαζε, το βλέμμα της ήταν άδειο. Κοίταζε τον τίτλο του άρθρου, χαμένη σε σκέψεις, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν πραγματικότητα ή κάποιος άσχημος εφιάλτης.

Το άρθρο στην πρώτη σελίδα των τεχνών είχε τον κλασσικό ενημερωτικό και αποστασιοποιημένο τόνο των δημοσιογράφων.

«Νεκρός βρέθηκε χθες το απόγευμα ο σεναριογράφος Κωνσταντίνος Αλεξίου. Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας έπαθε αναρρόφηση και μας άφησε στην ηλικία των πενήντα τριών ετών».

Ο αρθρογράφος συνέχιζε δείχνοντας να ενδιαφέρεται περισσότερο σχετικά με τα αίτια που έκαναν τον Κώστα και την Έλενα να κοιμούνται σε χωριστά κρεβάτια, παρά για το γεγονός του θανάτου του.

Στο μυαλό της Όλγας χόρευαν αναμνήσεις από τον πατέρα της μα ξαφνικά εξαφανίστηκαν τα πάντα. Δημιουργήθηκε μία πρόταση μέσα στο κεφάλι της. Μια σειρά από λέξεις που δεν τις είχε σκεφτεί αυτή, μα ούτε τις άκουσε πουθενά. Ήταν μία πρωτόγνωρη αίσθηση, σαν να μιλάει κάποιος κατευθείαν μέσα στο κεφάλι σου, χρησιμοποιώντας την σκέψη σου για να επικοινωνήσει μαζί σου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν βιώνουν κάτι τέτοιο δεν δίνουν καμία σημασία, θεωρώντας ότι απλώς κάποιες υποσυνείδητες σκέψεις ήρθαν στην επιφάνεια. Μα οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ακούνε αυτό που άκουσε η Όλγα.

«Καλημέρα Ολγάκι. Δεν με ξέρεις ακόμη, αλλά σου το εγγυώμαι: θα με γνωρίσεις στο μέλλον καλά. Κράτησα παρέα στον πατέρα σου για αρκετό καιρό, και τώρα ήρθε η ώρα να γίνω η δική σου συντροφιά. Βλέπεις μικρή μου, στις φλέβες σου κυλάει αίμα καλλιτέχνη. Κι εγώ θα σου μάθω πάρα μα πάρα πολλούς τρόπους για να το εκμεταλλευτείς. Διάλεξε σοφά μωρό μου. Ναι;»

Και μετά η φωνή χάθηκε. Όταν έστρεψε το βλέμμα της προς το τραπεζάκι, η Όλγα πάγωσε. Στο πρόσωπο της, σχηματίστηκε μία έκφραση τρόμου, και για δύο τρία δευτερόλεπτα το τρέμουλο που είχε κυριεύσει το σώμα της από το κλάμα και τους λυγμούς εξαφανίστηκε. Η Έλενα την έσφιξε στην αγκαλιά της και η Όλγα κλείνοντας τα μάτια, συνέχισε να κλαίει.

Δεν το είπε, ούτε στην μητέρα της, ούτε σε κανέναν άλλο, μα θα ορκιζόταν ότι -για μία μονάχα στιγμή -διέκρινε κάτι, ελάχιστα πιο πάνω από την εφημερίδα. Κόκκινα μάτια την κοίτoύσαν πλαισιωμένα από ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Έχουν περάσει δύο χρόνια. Δύο χρόνια στα οποία έκανα πολλά πράγματα, μα  δεν έγραψα ούτε μια λέξη. Τα Σταυροδρόμια μοιάζουν με παλιό ερειπωμένο κτίριο. Οι έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι αναγνώστες μου έχουν ξεχάσει ότι υπήρχα. Δύο χρόνια έχει να πατήσει άνθρωπος το πόδι του εδώ μέσα. Ο τίτλος του μπλόγκ βοηθάει. Τα σημεία των επιλογών είναι εκεί για να μου θυμίζουν πως οτιδήποτε συνέβη δεν έγινε κατά λάθος. Ήταν μια συνειδητή επιλογή.

Διαβάζοντας τα παλιά κείμενα διαπιστώνω πως δεν έχω την παραμικρή ιδέα ποιος τα έγραψε. Πάντως σίγουρα όχι εγώ. Είχα ξεκινήσει θυμάμαι, με σκοπό να γράψω μια σειρά από αφιερώσεις σε ένα αγαπημένο πρόσωπο του παρελθόντος. Και μετά κάτι ξέφυγε –ποτέ δε προχωράω σταθερά, πάντα κάτι χαλάει, πάντα κάτι ξεφεύγει, αυτό θαρρώ πως ήταν ανέκαθεν το κυριότερο χαρακτηριστικό μου –και τώρα βλέπω κείμενα που με δυσκολία τα αναγνωρίζω.

Δεν ξέρω καν γιατί απ’ όλους τους τρόπους έκφρασης είχα επιλέξει το γράψιμο.  Ο Stephen King, λέει ότι την ώρα που γράφει περνάει καταπληκτικά και διασκεδάζει μέχρι αηδίας. Με μένα δε συμβαίνει ακριβώς έτσι. Κατ’ αρχάς εγώ δεν ξέρω να γράφω. Έπειτα το γράψιμο αποτελούσε πάντα μια εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία για μένα.  Μα το κυριότερο πρόβλημα είναι πως αυτή η διαδικασία με αλλάζει.  Η συγγραφή έχει πίσω της μια ιστορία τρελού ναρκισσισμού και κατά πως φαίνεται, αυτό τελικά δεν είναι τυχαίο.

Τις περιόδους που γράφω, δεν είμαι εγώ. Περιφέρομαι σα ζόμπι στην πόλη, βγαίνω με ανθρώπους που μου μιλούν και αποζητούν την συντροφιά μου, μα εγώ δεν τους ακούω. Χρώματα, ήχοι, μυρωδιές, όλες οι αισθήσεις μπαίνουν στο παρασκήνιο και ο κόσμος γύρω μετατρέπεται σε κάτι μακρινό και αποκομμένο από μένα. Δεν έχω εικόνες τις οποίες προσπαθώ να περιγράψω –δεν θα μπορούσα ποτέ να λεκτικοποιήσω μια έτοιμη εικόνα. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και αυτό μου φαίνεται μυστήριο. Στο μυαλό μου τριγυρνούν διαρκώς λέξεις και μόνο λέξεις, άσχετες μεταξύ τους, που προσπαθούν να βρουν τη σειρά τους μέσα σ’ έναν αέναο χορό στημένο στο κεφάλι μου, και δεν σταματούν οι καταραμένες εάν δε τα καταφέρουν. Ανακατεύονται, μπλέκονται και ξεμπλέκονται, πολλαπλασιάζονται με τρομακτικό ρυθμό σαν καρκινικά κύτταρα που σκοτώνουν τα πάντα στο διάβα τους, κι έπειτα ψάχνουν να βρουν ένα ρυθμό και να ενταχθούν. Θέλουν να σχηματίσουν προτάσεις και να μετατραπούν κάποια στιγμή σε εικόνες.

Κάπως έτσι η  πραγματικότητα ξεκινάει να μοιάζει με παραίσθηση, κι εγώ κινούμαι κάπου ανάμεσα στον κόσμο του πραγματικού και του φανταστικού, χαμένος στη μετάφραση, γέρνοντας πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Είναι εξαιρετικά βασανιστικό για μένα και συναρπαστικά εκνευριστικό για τους ανθρώπους που έχουν την ατυχία να βρίσκονται τριγύρω μου. Δεν είμαι ποτέ εκεί γι αυτούς γιατί ο κόσμος μέσα στο κεφάλι μου είναι πολύ πιο ισχυρός και απαιτητικός από τον δικό τους.

Με κούρασε αυτό το πράγμα και αποφάσισα να το σταματήσω. Πήρα αυτή την απόφαση γιατί ήθελα να ακούω τους ανθρώπους γύρω μου, ήθελα να είμαι ικανός να τους συναισθάνομαι, να καταλαβαίνω πως νιώθουν, να είμαι κάποιος πάνω στον οποίο μπορούν να στηριχθούν. Ήθελα να είμαι ζωντανός και διαδραστικός, εύχρηστος και αξιόπιστος, ευχάριστος και γοητευτικός. Ήθελα να ξαναρχίσω να γελάω και να εμπιστεύομαι ανθρώπινες υπάρξεις, να μπορώ να δίνω και να παίρνω. Κι έτσι έβαλα ένα τέλος.

Ήταν δύσκολο εγχείρημα. Η φάση στην οποία βρισκόμουν ήταν άκρως εθιστική. Έπρεπε διαρκώς να προσπαθώ και να επανασυγκεντρώνω την σκέψη μου στα πράγματα τριγύρω, καθώς εκείνη ξέφευγε διαρκώς από τα συναισθήματα και ζητούσε ασφαλές καταφύγιο στις λέξεις. Ήταν μία διαδικασία που γινόταν πλέον αυτόματα. Τα κατάφερα όμως.

Καθένας από μας κρύβει μέσα του ένα εντελώς διαφορετικό, αδυσώπητο κτήνος το οποίο προσπαθεί διαρκώς να πάρει τον έλεγχο του πλοίου και να κάνει κουμάντο. Πριν δύο χρόνια εγώ κατάφερα να νικήσω το δικό μου και να το βάλω για ύπνο.

Ανέπνευσα. Σταμάτησα να γράφω μέτρια κείμενα και σε αντάλλαγμα, πήρα μια ολόκληρη ζωή. Άρχισα και πάλι να ακούω μουσική, να τραβάω φωτογραφίες, να επικοινωνώ προφορικά και εξωλεκτικά, να συναισθάνομαι και να ανταλλάσσω συναισθήματα. έκανα συνεδρίες με ανθρώπους που είχαν φτάσει σε τέλμα, κατάφερα να βοηθήσω στην βελτίωση ορισμένων ζωών, ήρθα πιο κοντά στους παλιούς μου φίλους, βρήκα καινούριους, γνώρισα κόσμο, ερωτεύτηκα.

Ερωτεύτηκα. Νόμιζα πως δε θα συνέβαινε ποτέ ξανά, μα να που έπεσε μπροστά μου από το πουθενά ένα  πλάσμα πιο υπέροχο από κάθε φαντασία, αγνό και όμορφο, διψασμένο για ζωή. Η δική μου, πραγματική, προσωπική Λολίτα. Βλαδίμηρε τ’ ακούς;

« Χέι, φιλαράκο»

Άφησα τα πάντα στην άκρη, και τα έδωσα όλα. Έπεσα με τα μούτρα και ήταν τόσο μαγευτικά, ένα συνεχές παραλήρημα στο οποίο αφομοιώθηκα και προτού το καταλάβω έγινα μέρος του. Ξέχασα το παρελθόν μου και προγραμμάτισα το μέλλον μου με σημείο αναφοράς το παρόν. Άρχισα να βγαίνω περισσότερο, να χαμογελάω διαρκώς, να ξεκινάω καινούρια πράγματα, να μαθαίνω καθημερινά κάτι καινούριο, να ζω.

« Χέι!  Φιλαράκο!»

Άρχισα να τραβάω έγχρωμες φωτογραφίες. Οι αποχρώσεις του γκρίζου δεν ήταν πια αρκετές για να αποτυπώσουν την ομορφιά του κόσμου κι έτσι άρχισα να πειραματίζομαι με το χρώμα.  Και κάπου εκεί ήρθε και η θητεία. Με πήρανε φαντάρο, μα δεν το φοβόμουν πια, γιατί είχα βρει τον άνθρωπό μου και για πρώτη φορά αισθανόμουν παντοδύναμος. Θα έμπαινα, θα πέρναγε ο καιρός, θα έβγαινα, θα χτίζαμε μία ζωή κοινή. Μεγαλεία.

Πάντα υπάρχουν μεταβλητές που δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας. Κάτι είχα ξεχάσει. Κάτι δεν είχα υπολογίσει σωστά.

Όσο καιρό έχανα το χρόνο μου με βλάκες ντυμένους στα χακί, η Λολίτα μου μεγάλωσε και μπήκε στην εφηβεία. Τα νύχια της σκλήρυναν. Kάθε παιγνιδιάρικη γρατσουνιά άφηνε πάνω μου ουλές, κι αυτή δεν το καταλάβαινε.  Και όπως πολύ συχνά συμβαίνει με τους ανθρώπους που αργούν να μεγαλώσουν, εξελίχθηκε σε όλα όσα φοβόμουν.  Άρχισε να λέει ψέματα. Σε μένα στους άλλους, στον ίδιο της τον εαυτό. Μεταμορφώθηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο που δεν τον γνώριζα πια και δυσκολευόμουν να τον αποδεχτώ. Σε όλη αυτή τη μεταμόρφωση προσπάθησα να αντισταθώ. Και τότε η μικρή μου Λο με άφησε. Σήκωσε τείχη που την θωράκιζαν από οτιδήποτε μας είχε φέρει κοντά, αναπλαισίωσε μια ολόκληρη ζωή και δεν με άφησε παράτησε απλώς. Εξαφανίστηκε από τον κόσμο μου, εντελώς και δια παντός.

Ξαφνικά ήμουν ολομόναχος. Κατά φύσιν ενοχικός, κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου ότι έφταιγα εγώ. Εγώ που έκανα λάθη, εγώ που θα ‘πρεπε να ξέρω καλύτερα, εγώ που θα μπορούσα να το έχω προβλέψει, προλάβει, αποτρέψει. Για όλα έφταιγα εγώ. Εγώ που πάντα φταίω για όλα, εγώ που πάντα καταλήγω μόνος, εγώ ο βλάκας, εγώ.

«Τα χεις κάνει σκατά.»

Ξεκίνησα να πέφτω λοιπόν και ναι, βρισκόμουν ψηλά. Το έδαφος τόσο μακριά που δε θυμόμουν καν πως έμοιαζε. Πολλές φορές ξεχνάω, η μνήμη μου δεν είναι πια όπως παλιά, μα αυτή την αίσθηση αυτής της πτώσης θαρρώ πως θα την θυμάμαι πάντα. Κάθε ρημαδιασμένη φορά που νόμιζα πως είχα πιάσει πάτο, κάτι γινόταν κι έπεφτα ακόμη πιο βαθιά.

Η στενοχώρια κάνει κακό. Το είχα ακούσει, το είχα διαβάσει στα βιβλία, το είχα δει σε ασθενείς, μα δε πίστευα ότι θα συνέβαινε σε μένα. Φαίνεται πως έμεινα κομμάτια περισσότερο καιρό απ’ όσο άντεχα. Το ανοσοποιητικό μου σύστημα είδε πως ήταν χαμένη η δουλειά και κατέβασε ρολά. Μικρόβια που βρίσκονται στο νερό, υπό κανονικές συνθήκες εντελώς ακίνδυνα για όλους μας, δημιούργησαν αποικίες στα ούλα μου και άρχισαν να κάνουν πάρτι. Πήγα για έναν έλεγχο ρουτίνας, και βγήκα με δύο σακούλες αντιβίωση, και μία προειδοποίηση από τους γιατρούς.

«Είσαι λίγο βλάκας.»

Ω, ναι είχανε πλάκα οι γιατροί. Μαζεύτηκαν, συζήτησαν και έπειτα μπήκαν μέσα δύο μαζί για να μου το ανακοινώσουν. Κανονικά θα έφερναν και τον ψυχολόγο, μα δεν είχαν κάποιον πρόχειρο, κι άλλωστε ο ψυχολόγος της παρέας ήμουν εγώ.

«Πρέπει να σταματήσεις να στενοχωριέσαι, για να ενισχυθεί το ανοσοποιητικό σου. Αν δε σε πιάσει αυτή η αντιβίωση, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε.»

Δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε. Τι κομψός και επιστημονικός τρόπος να σου πουν ότι πεθαίνεις.

«Δεν πειράζει…»

Αντικαταθλιπτικά ήταν η πρώτη μου σκέψη, μα αυτά τα πανέμορφα χαπάκια με τα φιλικά προς το χρήστη χρώματα και τις τσουχτερές τιμές, θέλουν 25 μέρες να σε πιάσουν, και επιπλέον είναι για ανθρώπους με κατάθλιψη. Αυτό που χρειαζόμουν εγώ ήταν κάτι άλλο. Κάτι για την θλίψη. Ένα Παυσίλυπο. Την τελευταία φορά που κοίταξα δεν το είχαμε βγάλει σε χαπάκι ακόμη.

Πήγα σπίτι, κατάπια τα δύο χιλιάδες πρώτα μιλιγκράμ της αντιβίωσης και άνοιξα τα «σοφά» μου βιβλία. Χτένισα μερικές δεκάδες τεχνικές για να νιώσεις καλύτερα. Προσπάθησα να δοκιμάσω μερικές. Βλακείες. Δε δούλευε τίποτα.  Τώρα πια έβλεπα το έδαφος να με πλησιάζει. Αυτή τη φορά η πρόσκρουση θα με σκότωνε στ’ αλήθεια.  Η Λο παρέμενε άφαντη. Έκανα το μόνο πράγμα που μου έμενε να κάνω. Ξάπλωσα και άρχισα να φαντασιώνομαι την κηδεία μου.

Κάπου εκεί, στο παραλίγο της αντοχής, ήταν που ξεκίνησε να χτυπάει το τηλέφωνο και άρχισαν ένας, ένας να εμφανίζονται.

«Τώρα σκάει μύτη το ιππικό»

Φίλοι. Προσεκτικά επιλεγμένοι άνθρωποι, απ’ όλες τις περιόδους τις ζωής μου, ο καθένας τους κορυφή σε έναν διαφορετικό τομέα, διάσπαρτοι πλέον σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Είχαμε να μιλήσουμε χρόνια με τους περισσότερους, μα ήταν ακόμη εκεί και για κάποιο λόγο, με αγαπούσαν. Με το που μίλησα, τα νέα διαδόθηκαν και άρχισαν να πέφτουν τηλέφωνα από παντού. Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Αγγλία, Γαλλία. Όση ώρα εγώ περίμενα την σύγκρουση με το έδαφος, αυτοί είχαν παρατήσει τα πάντα και έπλεκαν για πάρτη μου ένα δίχτυ προστασίας, το οποίο κυριολεκτικά μου έσωσε τη ζωή.

«Άραξε και απόλαυσε την κούρσα»

Έπεσα στα μαλακά. Και μετά με σήκωσαν, και ήταν δίπλα μου μέχρι να βεβαιωθούν ότι τα πόδια μου πατούσαν και πάλι στο χώμα. Η αντιβίωση έπιασε, ο κίνδυνος πέρασε. Έμεινε μόνο μια αίσθηση κενού. Οι φίλοι συνέχιζαν να μου λένε το ίδιο πράγμα.

«Γράφε ρε μαλάκα, γράφε»

«Δεν είναι απλό. Δεν καταλαβαίνετε.»

«Εσύ δε καταλαβαίνεις. Σκάσε και γράφε.»

Είμαι ένα επίμονο κάθαρμα, κι έτσι τους έγραψα. Στα παλιά μου τα παπούτσια. Συνέχισα να κινούμαι όπως πριν. Αφού είχα περάσει αυτό μπορούσα να περάσω τα πάντα.

Μετακόμισα στην Αθήνα, μια πόλη γεμάτη ιστορίες, γεμάτη κόσμο που ήρθε γιατί ήθελε από κάπου να ξεφύγει, ανθρώπους που χρειάζονταν αλλαγές. Το μεγάλο χωνευτήρι των ονείρων, η ελληνική πρόταση στον όρο μητρόπολη, η Αθήνα.

Η Λο… Πώς να το θέσω τώρα; Λοιπόν εντάξει. Η Λο: Είναι μυστήριο στ’ αλήθεια το πράγμα που συμβαίνει με τους ανθρώπους που για κάποιο λόγο αποφασίζουν να σε γαμήσουν. Σε γαμάνε και σε γαμάνε και μετά σε πηδάνε, και όταν φτάσεις σε ένα σημείο που δεν αντέχεις άλλο, όταν είσαι πεσμένος κάτω και έχεις μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκες γιατί δεν αντέχεις πια να πονάς, τότε είναι συνήθως που για κάποιο λόγο αποφασίζουν ότι είναι μια καλή στιγμή για να σε γαμήσουν λίγο ακόμα. Το τελειωτικό χτύπημα που λέμε. Απλό, άκρως κινηματογραφικό και όμορφο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι μάλλον είναι απλώς θέμα στυλ.

Ο κόσμος κάτω από τα πόδια μου χάθηκε και πάλι. Το μόνο πράγμα που τριγυρνούσε στο κεφάλι μου ήταν αναμνήσεις. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ήταν μνήμες στιγμών που είχαμε περάσει, μα αναμνήσεις κατεστραμμένων ονείρων και σχεδίων, ενός κοινού μέλλοντος που δεν θα γινόταν πραγματικότητα ποτέ.

«Ήρθε η ώρα.»

Μπήκα στα Σταυροδρόμια. Διάβασα τις παλιές αναρτήσεις. Είχα πει ότι δεν θα γυρνούσα εδώ. Είμαστε καθώς πρέπει καθίκια. Δεν κάνουμε πισωγυρίσματα, μ; Έκλεισα το μπλόγκ, απεγκατέστησα το Office έτσι για ασφάλεια, και άρχισα να φοβάμαι ακόμα και να πέσω για ύπνο γιατί όλο το βράδυ έβλεπα εφιάλτες. Και το επόμενο. Και το επόμενο. Και σήμερα. Τα σημεία των επιλογών άρχισαν να εξαφανίζονται και ξαφνικά άρχισε να υπάρχει μόνο ένας δρόμος μπροστά μου, κι εγώ συνέχιζα να προσπαθώ να τον αγνοήσω.

Κάπως έτσι λοιπόν, και για ακόμη μια φορά όχι από επιλογή, μα από ανάγκη,

Επειδή όσο και να προσπαθώ τίποτε άλλο δε φαίνεται να λειτουργεί,

Επειδή σήμερα το πρωί κοιτάζοντας πάνω από τις σακούλες των ματιών μου στον καθρέφτη διέκρινα τα πρώτα σημάδια της παραίτησης που προσπαθεί να εγκατασταθεί στο βλέμμα μου, και αυτό είναι κάτι που δε μου το επιτρέπω,

Επειδή εδώ και κάποιες μέρες, τα ούλα μου άρχισαν και πάλι να πονάνε,

Επειδή σήμερα το βράδυ πετάχτηκα και πάλι στον ύπνο μου με τα χείλη μου βρεγμένα από τον ιδρώτα μα, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα, κάτι ήταν εντελώς διαφορετικό,

Επειδή σχεδόν ακούστηκε στο δωμάτιο ο ήχος γραναζιών που περιστρέφονταν και έπειτα ένα υπόκωφο «κλικ» καθώς ο ύστατος αμυντικός μου μηχανισμός όπλιζε και κλείδωνε σε θέση μάχης,

Επειδή σ’ εκείνο το σημείο η σκέψη μου έπαψε ξαφνικά να παράγει οποιαδήποτε εικόνα και άρχισε για ακόμη μια φορά, απλώς να φτύνει λέξεις τη μία μετά την άλλη (κτήνος, μάτια, ανοίγουν, καληνύχτα, καλημέρα),

« Χέι, Φιλαράκο, τα χεις κάνει σκατά. Είσαι λίγο βλάκας. Δε πειράζει… Τώρα σκάει μύτη το ιππικό.  Άραξε, και απόλαυσε την κούρσα. Ήρθε η ώρα. Τώρα αναλαμβάνω Εγώ

 

Επειδή αμέσως μετά πέρασε μπροστά από τα μάτια μου η λέξη «επιτέλους» και για πρώτη φορά εδώ και μήνες τα χείλη μου σχημάτισαν από μόνα τους ένα  ειλικρινές χαμόγελο,

Επειδή έτσι κι αλλιώς όλα τα άλλα έχουν ήδη αποτύχει κι έτσι ακόμη και αν αυτός ο μηχανισμός δε καταφέρει να λειτουργήσει σαν ηλεκτροσόκ ανάνηψης, θα αποτελέσει τουλάχιστον το ιδανικό κύκνειο άσμα,

Για όλους αυτούς και για δεκάδες άλλους λόγους,

Επέστρεψα.

Και η αλήθεια είναι πως μου είχατε λείψει.

Καλώς σας βρήκα.

To do list.

Posted: 23/04/2010 in Uncategorized

1) Παλιό Αβαταρ, τσεκ

2) Παλιός Τίτλος, τσεκ

3) Νέα διεύθυνση, τσεκ

4) Νέο κείμενο/Ανασκόπηση, τσεκ

Θαρρώ πως είμαστε έτοιμοι για επιστροφή…